δέλφαξ

δέλφαξ, ᾰκος, ἡ (cf. Ath.9.375a, , Epich.100.4, Sopat.5, Pl.Com. 110), Hippon.70 B, Hdt.2.70, Ar.Fr.506.4, Eup.281, Theopomp. Com. 48, Arist.HA573b13:—
A pig, ll. cc., etc.; full-grown, opp. χοῖρος, Ar. Byz. ap. Ath. l.c.; sacrificed to Persephone, IG3.77.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέλφαξ — pig fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφαξ — ο (Α δέλφαξ, ο, η) νεοελλ. μικρό πηδητικό Έντομο τής οικογένειας τών δελφακιδών αρχ. χοίρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δέλφαξ, που σχηματίζεται όπως τα κόραξ, σκύλαξ κ.ά., είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Υποστηρίχθηκε ότι προήλθε από κάποια αρχαία λ. με σημ.… …   Dictionary of Greek

  • δελφάκων — δέλφαξ pig fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακα — δέλφαξ pig fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακας — δέλφαξ pig fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακες — δέλφαξ pig fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακι — δέλφαξ pig fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακος — δέλφαξ pig fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλφακ' — δέλφακα , δέλφαξ pig fem acc sg δέλφακι , δέλφαξ pig fem dat sg δέλφακε , δέλφαξ pig fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφακίνη — δελφακίνη, η (Α) [δέλφαξ] η δέλφαξ …   Dictionary of Greek

  • Vulva — mit originärer Schambehaarung; die äußeren Schamlippen verdecken die inneren Schamlippen, den Scheideneingang und die Klitoris …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.